Στις “ράγες” του καραβιού. Του Χρήστου Ράπτη

Άποψη ΑΠΟ Σεπ 08, 2023 Xωρίς Σχόλια

Στις “ράγες” του καραβιού

Γράφει ο Χρήστος Ράπτης

Πάτησε με το δεξί του πόδι, στη μπουκαπόρτα του πλοίου.
Το άλλο πόδι, το αριστερό, δειλό, μετέωρο, αναποφάσιστο.
Δεν ήξερε αν ήταν από αγωνία μήπως δεν προφτάσει, ή απ’ το φόβο που του προκαλούσαν οι άσπρες στολές μπροστά του.
Πήρε τελικά την απόφαση.
Σαλτάρισε, σίγουρος πια ότι ο γλυκός ήχος που άκουγε απ τις κόρνες του καραβιού, τον καλωσόριζε στο ταξίδι για τον προορισμό του.
Γεύτηκε για λίγο τον ιδρώτα του προσώπου του και για μια στιγμή νόμισε ότι ήταν η αρμύρα της θάλασσας.
Ο άνεμος ούρλιαζε στ’ αφτιά του και τον εμπόδιζε ν’ ακούσει τις κραυγές απέναντί του.
“Δεν μπορείς να μπεις, το πλοίο ξεκίνησε, δεν μπορείς να μπεις!”
Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, η ανάσα του βαριά, λαχανιασμένη απ την τρεχάλα, δεν τον άφηνε να μιλήσει.
Μάζεψε ότι δύναμη του είχε απομείνει και κατάφερε να ξεστομίσει: “Αφήστε με μωρέ να μπω, πρέπει να φτάσω στην πατρίδα!”.
Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει τη φράση του και τέσσερα δυνατά χέρια τον έσπρωξαν βίαια προς τα πίσω.
“Ρε, δεν ακούς τι σου λένε, φύγε τώρα έξω, βγες γρήγορα έξω!”
Τα΄’χασε. Χαμογέλασε αμήχανα και για μια στιγμή νόμισε ότι ήταν πρωταγωνιστής σ’ ένα κακόγουστο αστείο που τού’καναν οι ναύτες.
Τους ήξερε, όπως κι αυτοί τον ήξεραν.
“Ναι αυτό είναι, τα παιδιά με περιπαίζουν.
Δεν πειράζει , σε λίγο θα έχω ανέβει στο κατάστρωμα, θα στρίβω το καπνό μου και όλα θα ξεχαστούν” σκέφτηκε.
Κάνει άλλα δύο βήματα μπροστά αποφασισμένος να μπει στο πλοίο, αλλά οι άντρες με τα λευκά κολάρα τον απωθούν, πιο βίαια αυτή τη φορά, δείχνοντάς του ποιος κάνει κουμάντο.
“Αφήστε με μωρέ, τι έχετε πάθει σήμερα, εγώ είμαι, ο Αντώνης!”.
Τη στιγμή που προσπαθούσε ξανά ν’ ακούσει τις άγριες φωνές, κατάλαβε ότι αυτό που γεύεται δεν ήταν ιδρώτας.
Μούσκεψε μέχρι το μεδούλι και μια υγρή άβυσσος ένιωσε να τον τυλίγει.
Απελπισμένος σήκωσε τα χέρια του εκλιπαρώντας για βοήθεια.
Κάτι δυνατό, άγριο, ορμητικό, τον τράβηξε προς τα κάτω και ένα τεράστιο βουνό από σίδερο, συνέθλιψε την αξιοπρέπειά του και όλα του τα όνειρα.
Δεν το χώραγε ο νους του.
“Θεέ μου, τι είναι αυτό που συμβαίνει;
Τι είναι αυτό που κάνει τούτα τ’ άγρια θεριά να θέλουν να με κατασπαράξουν;”
Πάλεψε αρκετή ώρα· δεν ήξερε πόσο, τα λεπτά του φάνηκαν αιώνας. Προσπάθησε ν’ ανασάνει. Μάταια· μόνο νερό κι αρμύρα.
Για μια στιγμή όλη του η ζωή, πέρασε από μπροστά του σαν βουβή ταινία.
Είδε τη μάνα του να τον βυζαίνει και να τον γροικά μ’ αγάπη και στοργή.
Τα παιδικά του χρόνια, το σχολειό, τους φίλους του, τον πρώτο του έρωτα.
Ένιωσε το μόχθο του πατέρα του στο πατρικό,τα ροζιασμένα χέρια και τ’ άγρια γένια του. Χαρές και λύπες σ’ έναν ατέρμονο χορό και δίψα για ζωή κι ελπίδα.
Κι εκεί που όλα έμοιαζαν χαμένα, ξάφνου γαλήνη και σιωπή τριγύρω.
Το εκτυφλωτικό λευκό φως που έρχονταν από μακριά, τον φάσκιωσε σαν μωρό.
Δεν υπήρχε φόβος πια, ούτε αγωνία.
Δεν ένιωθε χαρά, λύπη ή πόνο.
Μόνο μια γλυκιά ηρεμία, που μούδιαζε όλο του το είναι.
Στο βάθος έβλεπε τις ράγες και τον ήχο του πλοίου να σφυρίζει διαφορετικός.
“Ααα! Θα βάλαν τρένο για την Κρήτη” σκέφτηκε.
Μακριά έβλεπε χρώματα και γελαστές φιγούρες να του γνέφουν να πάει κοντά τους. Πλησίασε κι άλλο, μύρισε τον αέρα, μοσχοβολούσε πέρα ως πέρα νιάτα και δροσιά.
Μα τι χαρά, τι γιορτή μεγάλη ήταν αυτή!
Οι μακριές χερούκλες γίναν ζεστές αγκαλιές, οι άγριες φωνές γλυκό τραγούδι και τα οργισμένα πρόσωπα αγγελικές μορφές.
Τα παιδιά των Τεμπών είχαν έρθει να τον προϋπαντήσουν!
Αντανακλαστικά σχεδόν έβαλε το χέρι στην τσέπη του.
Το εισιτήριο χωρίς επιστροφή ήταν ακόμη εκεί…

Xωρίς Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *